Το ΕΜΣΤ έχει τη χαρά να ανακοινώσει την ατομική έκθεση του William Kentridge με τίτλο «Το Μεγάλο Ναι, το Μεγάλο Όχι», την πρώτη μεγάλης κλίμακας παρουσίαση του έργου του κορυφαίου, διεθνώς αναγνωρισμένου Νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη στην Ελλάδα, με περισσότερα από 100 έργα.
Το ΕΜΣΤ ανακοινώνει μεγάλη ατομική έκθεση του κορυφαίου Νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη William Kentridge

Ο William Kentridge (γεννημένος στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1955) είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή καλλιτέχνες. Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του πορεία στη γενέτειρά του στο αποκορύφωμα του πολιτικού αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Παρόλο που το έργο του είναι βαθιά ριζωμένο στην πραγματικότητα της Νοτίου Αφρικής, είναι συγχρόνως απόλυτα οικουμενικό, προσφέροντας μια πολυεπίπεδη, ριζικά πολιτική και κριτική ματιά πάνω στην ανθρώπινη ιστορία και την ανθρώπινη φύση. Η αλληλοσύνδεση καλλιτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας στο έργο του έχει ως αποτέλεσμα μια χαρακτηριστική και άμεσα αναγνωρίσιμη γλώσσα, που αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης των τελευταίων δεκαετιών.
Το έργο του William Kentridge περιλαμβάνει σχέδιο, κινούμενη εικόνα, γλυπτική, χαρακτική, εγκαταστάσεις και βίντεο. Ιδιαίτερη θέση στην καλλιτεχνική του πρακτική καταλαμβάνουν το θέατρο, η όπερα και η performance, μέσα από τα οποία ο Kentridge διερευνά τη σχέση της εικόνας με το κείμενο, τη μουσική, την κίνηση και τη ζωντανή δράση. Η έκθεση στο ΕΜΣΤ εστιάζει σε αυτή την καθοριστική διάσταση του έργου του, παρουσιάζοντας σημαντικές θεατρικές και μουσικοθεατρικές παραγωγές, ζωντανές δράσεις και performances, καθώς και τη συνεργασία του με συγγραφείς, μουσικούς, σκηνογράφους, χορογράφους και διεθνείς θεατρικούς και μουσικούς οργανισμούς. Μέσα από σχέδια, γλυπτά, μακέτες, κινηματογραφικές προβολές και τεκμήρια παραγωγής, ξεδιπλώνεται ένας κόσμος στον οποίο το θέατρο, η εικαστική δημιουργία, η λογοτεχνία και η μουσική συνδιαλέγονται, αποκαλύπτοντας την πολυσύνθετη καλλιτεχνική πρακτική του Kentridge.
Η ενασχόληση του William Kentridge με το θέατρο, την όπερα και την performance αποτελεί κεντρικό στοιχείο της καλλιτεχνικής του εξέλιξης, επεκτείνοντας την πρακτική του σχεδίου και του animation στη μουσική, τη χορογραφία, το κουκλοθέατρο, τον λόγο και τη ζωντανή δράση. Η θεατρική του πορεία ξεκίνησε στη Νότια Αφρική στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όπου ο καλλιτέχνης επαναπροσέγγισε την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το θέατρο, φιλτράροντάς τα μέσα από την πολιτική και ιστορική εμπειρία της Νότιας Αφρικής την εποχή του απαρτχάιντ.
Στη συνέχεια, ο Kentridge πέρασε αποφασιστικά στον χώρο της όπερας με το Il «Ritorno d’Ulisse in Patria» (1998), που έκανε πρεμιέρα στο Κunstenfestival des Arts στις Βρυξέλλες, και ακολούθησαν το «The Magic Flute» (2005), παραγωγή της La Monnaie στις Βρυξέλλες, και το «The Nose» (2010), που έκανε πρεμιέρα στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Κατά τη δεκαετία του 2000 και του 2010, ο Kentridge άρχισε να καταργεί όλο και περισσότερο τα όρια ανάμεσα στην όπερα, το θέατρο, την εγκατάσταση και την performance. Τα «Black Box / Chambre Noire» (Deutsche Guggenheim, Berlin, 2005), «Telegrams from the Nose» (Kaaitheater, Βρυξέλλες, 2010) και «Refuse the Hour» (2011), που παρουσιάστηκε αρχικά στο Market Theatre του Γιοχάνεσμπουργκ, συνδύασαν προβολές animation, μουσική, διάλεξη, χορογραφία και κινητική γλυπτική. Το «The Refusal of Time» (2012), που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τον φυσικό Peter Galison, διεύρυνε αυτές τις ιδέες, αποκρυσταλλώνοντάς τις σε μια μνημειώδη πολυμεσική εγκατάσταση που συνδύαζε φιλμ, χορό, ήχο και μια «μηχανή αναπνοής». Παρουσιάστηκε σε μεγάλα διεθνή ιδρύματα όπως το Metropolitan Museum of Art και το SFMOMA μεταξύ άλλων.
Στα επόμενα έργα του περιλαμβάνονται το «Winterreise» (2014), μια σκηνική προσέγγιση του κύκλου τραγουδιών του Schubert, το «Paper Music» (2014), το «Lulu» (2015), που έκανε πρεμιέρα στην Ολλανδική Εθνική Όπερα και παρουσιάστηκε στη συνέχεια στη Metropolitan Opera και στην English National Opera, καθώς και τα «Notes Towards a Model Opera» και «More Sweetly Play the Dance» (και τα δύο 2015). «Το Triumphs and Laments» (2016), ένα μνημειακό έργο δημόσιου χώρου στη Ρώμη, και το «A Guided Tour of the Exhibition: for Soprano with Handbag» (2016) διεύρυναν περαιτέρω τη σχέση του με την performance. Το «Wozzeck» (2017), μια νέα σκηνοθετική προσέγγιση της όπερας του Alban Berg, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Salzburg.
Το 2018, το «The Head & the Load», μια μεγάλης κλίμακας παραγωγή που συνδύαζε χορευτές, μουσικούς, animation και προβολές, έκανε πρεμιέρα στο Turbine Hall της Tate Modern και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Ruhrtriennale, στο Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης και στο Holland Festival. Το «Waiting for the Sibyl» (2019), μια chamber opera βασισμένη στον Βιργίλιο και τις μουσικές παραδόσεις της Νότιας Αφρικής, έκανε πρεμιέρα στο Teatro dell’Opera di Roma.
Στα πιο πρόσφατα έργα του που κινούνται στον χώρο της performance συγκαταλέγονται το «Oh To Believe in Another World» (2022), μια ταινία που συνοδεύει τη 10η Συμφωνία του Shostakovich, και το «The Great Yes, The Great No» (2024), μια chamber opera που έκανε πρεμιέρα στο LUMA Foundation στην Arles. Συνολικά, τα έργα αυτά αποκαλύπτουν την επίμονη άρνηση του Kentridge να διαχωρίσει τις εικαστικές τέχνες από το θέατρο: το σχέδιο μετατρέπεται σε animation, το animation σε σκηνογραφία και η performance σε ένα μέσο διερεύνησης της ιστορίας, της μνήμης, της αποικιοκρατίας και του χρόνου.
Πολυγραφότατος και γνωστός ως δεξιοτέχνης του σχεδίου, ο Kentridge εργάζεται καθημερινά στο εργαστήριό του στο Γιοχάνεσμπουργκ ξεκινώντας κάθε πρότζεκτ με τη δημιουργία πολυάριθμων σχεδίων. Kατόπιν -πιστός στο πνεύμα της συνεργασίας που χαρακτήρισε τη δουλειά του από τα πρώτα κιόλας χρόνια της σταδιοδρομίας του, όταν συνεργαζόταν με θεατρικές ομάδες στο ταραχώδες Γιοχάνεσμπουργκ της δεκαετίας του ’80- προσκαλεί ηθοποιούς, μουσικούς, τραγουδιστές να δουλέψουν μαζί του στην παραγωγή εγκαταστάσεων και παραστάσεων μεγάλης κλίμακας. Η ατομική έκθεση του William Kentridge στο ΕΜΣΤ ανατρέχει σε αυτές τις ιδιαίτερες στιγμές της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Συντελεστές έκθεσης
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Kατερίνα Γρέγου
Επιμέλεια έκθεσης: Τarek Abou El Fetouh
Σχεδιασμός έκθεσης: Sabine Theunissen
Διευθυντής παραγωγής: Γιάννης Αρβανίτης
|
